"και ο μήνας έχει εννιά"

 

Σήμερα (9 Μαϊου) ο μήνας έχει εννέα. 

Τη φράση "και ο μήνας έχει εννιά" την  χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μια άνετη ζωή χωρίς άγχος και σκοτούρες, μια χαλαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής ή γενικά όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος είναι βολεμένος.

Πώς όμως προήλθε αυτή η φράση; (Πηγή)

"Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι η εξής: Στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα από την πολύχρονη δουλεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν κάθε εννιά ημέρες και όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα και κάθε δεκαπέντε που πληρώνονται μετά από την κατοχή του 1941. Από αυτήν λοιπόν την αιτία πιστεύεται ότι βγήκε και η φράση: "εννιά έχει ο μήνας".

Σαΐνι

Σαΐνι λέγεται μεταφορικά ο ιδιαίτερα έξυπνος άνθρωπος, ο εξαιρετικά ικανός σε αυτό που κάνει.
Κυριολεκτικά η λέξη σημαίνει γεράκι και μάλιστα κυνηγετικό γεράκι και προέρχεται από την Τουρκική (sahinμε την ίδια σημασία) με απώτερη καταγωγή από τα Περσικά (βασιλικό κυνηγετικό γεράκι, δεδομένου πως ο βασιλιάς λέγεται σάχ(ης) στα Περσικά).

Πηγή

Οβελίας

 

Έτσι ονομάζεται συχνά το αρνί του Πάσχα που ψήνεται στη σούβλα.

Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο οβελός οδελός  στη Δωρική διάλεκτο) που περιγράφει ένα μακρύ αιχμηρό εργαλείο και ιδιαίτερα τη σούβλα. Η ετυμολογία της λέξης  είναι αβέβαιη και εικάζεται ότι ίσως πρόκειται για δάνειο από άλλη γλώσσα.
Στην αρχαιότητα το επίθετο οβελίας συνοδευόταν από το άρτος (οβελίας άρτος) και περιέγραφε ένα είδος ψωμιού που ψηνόταν στη σούβλα. Το συναντούμε στον Αριστοφάνη αλλά και σε άλλους αρχαίους συγγραφείς. Απ’ εδώ προέρχεται και η σύγχρονη σημασία «αρνί στη σούβλα», αφού ο άρτος αντικαταστάθηκε με το κρέας.
Από την ίδια ρίζα το οβελιστήριο, κοινώς το ψητοπωλείο.

Ψήφος

Έκφραση της προσωπικής προτίμησης κάποιου, αλλά και το μέσον με το οποίο κάποιος επιλέγει τα πρόσωπα ή/και τον σχηματισμό που θα τον/την εκπροσωπήσει σε ένα συγκεκριμένο οργανισμό ή τη διακυβέρνηση της χώρας.
Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική στην οποία σήμαινε βότσαλο, χαλίκι και ανάγεται στο ρήμα *ψήω= τρίβω, λειαίνω, ινδοευρωπαϊκής προέλευσης.

Με αρχική σημασία βότσαλο για αρίθμηση, συναντούμε τη λέξη στον Πίνδαρο, ενώ ο Ηρόδοτος μας την παραδίδει με τη σημερινή έννοια της έκφρασης προτίμησης  για ένα θέμα ή για πρόσωπο.
Πλήθος είναι τα παράγωγα και σύνθετα: ψηφίζω, καταψηφίζω, συμψηφίζω, ψηφοδέλτιο (μετάφραση από το αγγλικό ballotpaper), ψηφοφόρος, ψηφοφορία, ψήφιση, καταψήφιση, συμψηφισμός, ψηφοθηρία και άλλα.